intersiderale - διαστρική

Γαλλία

πέμπτη 25 Απρίλιος 2002, Απο bosaila

Πολύς λόγος γίνεται αυτόν τον καιρό για τις γαλλικές προεδρικές εκλογές και ειδικότερα για το ποσοστό του Λεπέν. Πολλοί είναι αυτοί που βλέπουν μια στροφή, όχι απλά προς τη δεξιά αλλά προς την ακροδεξιά και το φασισμό. Είναι όμως έτσι; Υπήρξε πραγματική στροφή προς τα δεξιά;

Μήπως το ποσοστό του Λεπέν δεν είναι 16,91% (ενώ στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές του 1995 ήταν 15%); Που είναι λοιπόν η «τρομερή και φοβερή» αύξηση;

Μήπως η έκκληση των σοσιαλδημοκρατών για στήριξη του Σιράκ στο δεύτερο γύρο, οφείλεται και σε άλλους λόγους; Για να μην μπουν κι άλλοι στο «παιχνίδι» (το οποίο πρέπει να είναι μόνο για τους δυο τους).

Μήπως αυτό στρέφεται αποκλειστικά εναντίον του Λεπέν;
Ας ρίξουμε μια καλύτερη ματιά στα αποτελέσματα: Η γαλλική αριστερά στο σύνολό της δεν σημείωσε πτώση στις προχθεσινές εκλογές. Αντίθετα, το σύνολο των κεντροαριστερών, αριστερών και αριστεριστών υποψηφίων συγκέντρωσε το 43,5% (τρεις μονάδες περισσότερες από τις προεδρικές του 1995 και μόλις τρεις λιγότερες από το «ρεκόρ» του 1981). Που είναι λοιπόν η ήττα της αριστεράς και η δεξιά στροφή;

Το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου πρέπει να μεταφραστεί όχι ως ήττα της αριστεράς γενικά, αλλά ως απόρριψη της «διαχειριστικής αριστεράς». Αντίθετα, η «αντικαθεστωτική» αριστερά διπλασίασε τα ποσοστά της (σε σχέση με το 1995), τα οποία έφτασαν στο 10,5% (το μεγαλύτερο ποσοστό μη-κυβερνητικής αριστεράς σε δυτική χώρα).

Στην πραγματικότητα είχαμε την αποδοκιμασία και της κεντροαριστερής κυβέρνησης και του κεντροδεξιού προέδρου. Η επανεκλογή του Σιράκ στο δεύτερο γύρο δεν θα αλλάξει τα πράγματα. Κι αυτό γιατί και οι δυο παρατάξεις συγκλίνουν σε μια κοινή πολιτική διαχείριση.

Η κρίση προέρχεται από αυτήν την σύγκλιση. Μια σύγκλιση και της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς, απλά προς το «κέντρο». Επί μια δεκαετία, η πολιτική της στροφής στο κέντρο, της αποϊδεολογικοποίησης και της τεχνοκρατικής, φιλελεύθερης συναίνεσης υπήρξε η κοινή φιλοσοφία κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς. Αλλά ο συνωστισμός στο «κέντρο» και η αδυναμία των κυβερνήσεων να δώσουν πειστικές απαντήσεις στα καυτά προβλήματα άφησε τεράστια κενά και στα δυο άκρα του πολιτικού φάσματος. Και η πολιτική απεχθάνεται το κενό, και όταν αυτά δημιουργούνται είναι πάντα πρόσκαιρα, και καλύπτονται σύντομα.

Το κενό δημιούργησαν τόσο ο Ζοσπέν όσο και ο Σιράκ (αλλά και το συγκυβερνών ΚΚ, που έφτασε στα όρια της συντριβής με 3,4%), οι οποίοι δεν κατάφεραν να παρουσιάσουν νέες ιδέες, για να αποδειχτεί ότι πλέον δεν υπάρχουν τα μεγάλα ιδεολογικά στρατόπεδα που συσπείρωναν τους εκλογείς.

Αυτή η «κρίση ταυτότητας» του πολιτικού συστήματος οφείλεται στη δεξιά στροφή της σοσιαλδημοκρατίας από τη στιγμή που αποφάσισε να διαχειριστεί οικονομικά και κυρίως κοινωνικά προβλήματα που προκύπτουν από την παγκοσμιοποίηση και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Και η διαχείριση αυτή στηρίχθηκε αποκλειστικά στους τεχνοκράτες. Μπορεί οι τεχνοκράτες της εξουσίας να θεωρούν ότι το πρότυπο της παγκοσμιοποίησης είναι μονοδρομική επιλογή, αλλά η επιλογή αυτή όμως απορρίπτεται από την κοινωνία.

Η πραγματική απαξίωση της πολιτικής προέρχεται από αυτούς που την ασκούν. Αυτοί «υποχρεώνουν» με τη συμπεριφορά τους και τις πολιτικές πρακτικές τους τον κόσμο είτε να απέχει από τις εκλογικές αναμετρήσεις και να μην ψηφίζει θετικά, αλλά αρνητικά.

Όλο αυτό το κομμάτι του λαού, που δεν είναι οι ευνοημένοι της παγκοσμιοποίησης, αλλά όσοι πιέζονται, όσοι τα φέρνουν ολοένα και πιο δύσκολα βόλτα και όσοι εξωθούνταιστο περιθώριο ή γυρίζουν την πλάτη στην πολιτική (με αποτέλεσμα πολλές φορές να στρέφονται στα άκρα του πολιτικού φάσματος).

Ο λαός δεν υποτάσσει την επιλογή του σε ψυχρές ρεαλιστικές προβλέψεις. Ψηφίζει με βάση και το συναίσθημα: τη γενική εντύπωση ως προς το ποιος διέψευσε τις υποσχέσεις που είχε δώσει, και αυτό φαίνεται να το ξεχνούν οι κυβερνώντες.

Ας ελπίσουμε ότι ο «σεισμός» αυτός θα λειτουργήσει ως δημιουργικό σοκ, υπενθυμίζοντας στις πολιτικές ελίτ το αυτονόητο: Ότι Δημοκρατία δεν νοείται χωρίς διαχωριστικές γραμμές, χωρίς εναλλακτικές προτάσεις για την κοινωνία και τον κόσμο. Με στόχο να ξανακαλύψουμε την πολιτική. Και έχουμε κάθε λόγο να το ελπίζουμε, καθώς δεν αποτελεί αποκλειστικά γαλλικό φαινόμενο. Διαφαίνεται μια χιονοστιβάδα, η οποία παρασύρει όλη την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Και στην Γερμανία, οι σοσιαλδημοκράτες καταποντίστηκαν στην τρίτη θέση (στις εκλογές στη Σαξονία, πίσω από τους χριστιανοδημοκράτες και το πρώην ΚΚ της Ανατολικής Γερμανίας). Και έπεται συνέχεια και αλλού.

Οι αντιδράσεις αυτές είναι μια προειδοποίηση προς τα πολιτικά κόμματα: η πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται στα σαλόνια και στα στούντιο των καναλιών. Πρέπει να επιστρέψει κοντά στο λαό, τον οποίο έχει αποστολή να εκπροσωπεί.

Το ερώτημα όμως είναι αν μπορούν. Την κρίση ταυτότητας της σοσιαλδημοκρατίας την προκαλεί η δεξιά στροφή της, μπορεί όμως αυτή να αλλάξει; ή τα υπάρχοντα σοσιαλιστικά κόμματα, και γενικότερα η αριστερά, είναι ιδεολογικά και πολιτικά απροετοίμαστα να αντιμετωπίσουν φαινόμενα εντελώς καινούργια, όπως είναι η παγκοσμιοποίηση και η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ή η έκταση που τείνει να λάβει η μετανάστευση;

Μήπως ξανακαλύπτοντας την πολιτική και τις διαφορές αριστεράς και δεξιάς πρέπει και να αναδιαμορφωθεί το σύνολο του πολιτικού φάσματος;

Γιατί, σε μια παγκόσμια (πλέον) οικονομία δεν μπορείς να έχεις και λίγο σοσιαλισμό. Η παλιά αριστερά πέθανε, και περιμένουμε να γεννηθεί κάτι καινούργιο.

Αυτά για όσους αγχώθηκαν από το ποσοστό του Λεπέν. Εξάλλου, οι θιασώτες του κοινοβουλευτισμού δεν πρέπει να ξεχνάνε ότι σε ελεύθερες, δημοκρατικές, τίμιες και ανόθευτες εκλογές πήρε το ποσοστό ψήφων που πήρε ο ρατσιστής, ακροδεξιός πολιτικός. Ας φρόντιζαν όλοι αυτοί οι, όψιμα, ανησυχούντες, να κάνουν πραγματική πολιτική, έτσι ώστε οι λαοί στις εκλογές να ψηφίζουν αντί να καταψηφίζουν.

Απαντήστε σ\`αυτό το άρθρο

SPIP | squelette | | Πλάνο του site | Suivre la vie du site RSS 2.0