intersiderale - διαστρική

Με αφορμή τη Γαλλία

τρίτη 2 Ιούλιος 2002, Απο bosaila

Τα αποτελέσματα των γαλλικών εκλογών πολλοί τα ανάλυσαν. Υπάρχουν, όμως, πολλοί που τα κατάλαβαν κιόλας;

Μετά τη συντριβή της αριστεράς στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών, ξεκίνησε μια τρομερή επίθεση εναντίον του Λεπέν, ο οποίος θεωρούνταν ούτε λίγο ούτε πολύ ότι (αν επικρατούσε) από τη μια στιγμή στην άλλη θα ήταν σε θέση να μετατρέψει τη Γαλλία σε φασιστικό κράτος με απέραντα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Το αποτέλεσμα όλης αυτής της κινητοποίησης ήταν να δημιουργηθεί μια τεράστια συσπείρωση γύρω από τον άλλο δεξιό υποψήφιο, το Ζακ Σιράκ. Συσπείρωση που δεν αφορούσε στους παραδοσιακούς συμμάχους του, αλλά αποτελούνταν (εκτός από τους κεντροδεξιούς) από το σύνολο σχεδόν της αριστεράς, αλλά και από τον επιχειρηματικό κόσμο, την ένωση εργοδοτών, ως και τους εκπροσώπους όλων των θρησκευτικών δογμάτων!

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη συσπείρωση που δημιουργήθηκε ποτέ σε δυτική χώρα και που αποτυπώθηκε ανάγλυφα στο 82% του δεύτερου γύρου των προεδρικών εκλογών. Που, όμως, οδήγησε αυτή η υστερική αντίδραση της αριστεράς; Σε μια σχιζοφρενική αντίδραση των ψηφοφόρων της. οι ίδιοι αριστεροί ψηφοφόροι, οι οποίοι συμμετείχαν μαζικά στις διαδηλώσεις εναντίον του Λεπέν και υπέρ του Σιράκ, μια μόλις ώρα μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων ξαναβγήκαν στους δρόμους, αυτή τη φορά όχι για να πανηγυρίσουν, αλλά για να διαδηλώσουν ξανά. Αυτή τη φορά εναντίον αυτού που πριν από λίγο είχαν ψηφίσει, με κεντρικό σύνθημα: "On a viré l’facho, faut dégager l’escroc" («Ξαποστείλαμε το φασίστα, πρέπει να ξεφορτωθούμε το λωποδύτη»).

Ήταν όμως ήδη πολύ αργά. Και καθώς η δυσαρέσκεια αυτή απέναντι στο Σιράκ και τη δεξιά δεν αποτυπώθηκε στις βουλευτικές εκλογές (καθώς η αριστερά εξακολουθεί να μην πείθει), η δεξιά κέρδισε και εκεί, με συνέπεια ο Σιράκ να αναδειχθεί σε κυρίαρχο του παιχνιδιού και να αποκτήσει σχεδόν αυτοκρατορικό ύφος. Κι όλ’ αυτά χάρη στις σπασμωδικές αντιδράσεις της αριστεράς.

Σίγουρα, οι συνεπείς αριστεροί, οι οποίοι έχουν διαισθανθεί τη βαθύτατη κρίση της αριστεράς δεν θα ψήφιζαν το Σιράκ. Είτε θα απείχαν είτε θα ψήφιζαν το Λεπέν (μια ψήφος που θα ήταν ένα σπρώξιμο στο βάραθρο και της παρηκμασμένης δεξιάς και της παρηκμασμένης αριστεράς της παγκοσμιοποιημένης Ευρώπης).

Μια πορεία προς τη συντριβή μπορεί να προσφέρει στην αριστερά την ευκαιρία να πραγματοποιήσει την απαραίτητη μετάλλαξή της. Το θέμα, όμως, είναι να αποτιμήσει την κατάσταση σωστά και να βγάλει τα συμπεράσματά της. Μαθαίνει, όμως, από τα παθήματα; Μάλλον όχι, αν δούμε τις πρώτες αντιδράσεις στη Γαλλία. Οι δηλώσεις του πρώτου γραμματέα των Σοσιαλιστών το επιβεβαιώνει: «Το Σοσιαλιστικό Κόμμα είναι η κύρια δύναμη της αριστεράς. Παραμένει τέτοια ακόμη και στην αποτυχία, και γύρω από αυτό, κάθε φορά, το παν μπορεί να ανοικοδομηθεί». Τρομερή υπεροψία, ακόμη και σε περιόδους συντριβής. Κι αν αυτό συνδυαστεί με αναλύσεις και προτάσεις που θέλουν την αριστερά να αποδέχεται πλήρως την επιτυχία της οικονομία της αγοράς, απλά διορθώνοντας ορισμένες απορυθμίσεις της, για να υπερβεί την ξύλινη γλώσσα και να επανακάμψει (αφού η άκρα αριστερά, σύμφωνα με τις ίδιες αναλύσεις, κάνει τους ανθρώπους να ονειρεύονται, αλλά έτσι δεν χτίζεται ένα κόμμα ικανό να κυβερνήσει), δεν φαίνεται φως στο τούνελ.

Αυτή η λογική της διαχείρισης της εξουσίας οδηγεί τους πολίτες να απέχουν. Που οφείλεται, όμως, η ραγδαία αδιαφορία των πολιτών απέναντι στα πολιτικά κόμματα (ιδιαίτερα της αριστεράς) και, γενικότερα, στις εκλογικές διαδικασίες; Η μεγάλη αποχή δεν είχε την απαρχή της στις πρόσφατες εκλογές στη Γαλλία. Και στις τελευταίες εκλογές στη Βρετανία η συμμετοχή δεν έφτασε ούτε το 60%. Οδηγούμαστε σταθερά σε «αμερικανοποίηση» και σ’ αυτόν τον τομέα.

Όλα δείχνουν ότι βρισκόμαστε σε μια φάση παρακμής του κοινοβουλευτισμού. Κι αυτό οφείλεται στους εκφραστές του. Ο πολιτικός κόσμος έχει απομακρυνθεί επικίνδυνα από την κοινωνία (την οποία υποτίθεται ότι υπηρετεί) και αφήνει στο περιθώριο ένα πολύ μεγάλο αριθμό πολιτών, οι οποίοι βιώνουν ένα αίσθημα εγκατάλειψης.

Η ολοένα και μεγαλύτερη σύγκλιση των δεξιών και αριστερών κομμάτων στις πολιτικές που, ουσιαστικά, εκφράζουν την ομογενοποιημένη παγκοσμιοποίηση οδήγησε σ’ αυτή την κατάσταση. Η σύγκλιση αυτή οδηγεί στη δημιουργία μιας νέου τύπου μερίδας ψηφοφόρων, ενός Νέου Κέντρου, η οποία όμως, μέσα από την αγωνιώδη προσπάθεια αναζήτησης προοπτικών για τις φοβίες και τις αγωνίες της, εκφράζεται στην κάλπη στα άκρα (είτε αριστερά είτε δεξιά).

Η παλιά σύγκρουση αριστεράς-δεξιάς, η οποία προσέφερε στους πολίτες την αίσθηση της επιλογής έχει σήμερα εξανεμιστεί, με αποτέλεσμα να γίνονται δυσδιάκριτες οι διαχωριστικές γραμμές και, ιδιαίτερα η αριστερά, να αδυνατεί να προσφέρει μια εναλλακτική λύση στην καθεστηκυία τάξη και μια διαφορετική προοπτική για το μέλλον της κοινωνίας.

Η κρίση ταυτότητας και τα σημερινά αδιέξοδα της σοσιαλδημοκρατίας την έχουν μετατρέψει από εκφραστή των αδύνατων στρωμάτων σε υπέρμαχο του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου. Η κυβερνητική αριστερά έχει εδώ και πολύ καιρό πάψει να προσπαθεί να πείσει τους αστούς για την αναγκαιότητα μιας ανακατανομής του πλούτου υπέρ του προλεταριάτου, και προσπαθεί να πείσει τους προλετάριους για την ανάγκη θυσιών στα πλαίσια μιας ρεαλιστικότερης πολιτικής (ΟΝΕ, παγκοσμιοποίηση κλπ). Αυτό είναι το νέο όραμα που προσφέρουν στην Ευρώπη: το όραμα της ΟΝΕ, και το προσφέρουν τόσο στους αστούς όσο και στους προλετάριους.

Η κατάλυση της σχέσης κόμματος-κοινωνίας καταστρέφει σταδιακά την υλική βάση ύπαρξης των κομμάτων αυτών. Κόμματα τα οποία οδηγούνται στη συντριβή και τον εξευτελισμό λόγω της αυξανόμενης συνειδητοποίησης, από τη μεριά των πολιτών, ότι αποτελούν «αριστερά κόμματα με δεξιές πολιτικές».

Μιααπότις συνέπειες αυτής της ψυχοφθόρας ομογενοποίησης της πολιτικής ζωής είναι και η επάνοδος των ακροδεξιών κομμάτων. Η άνοδος των δυνάμεων των ακροδεξιών κομμάτων δικαιολογημένα προκαλεί ανησυχίες. Πρόκειται, όμως, για πραγματική επάνοδο της φασιστικής ιδεολογίας, η οποία βασίζεται σε συνειδητοποιημένους υποστηρικτές; Τις περισσότερες φορές οι αναλύσεις και τα συμπεράσματα τέτοιου τύπου είναι εξαιρετικά διογκωμένα.

Απλά οι πολίτες αναζητούν τις διαχωριστικές γραμμές. Απαιτούν να επανακαλυφθεί η πολιτική. Σε ένα διεθνές περιβάλλον με συνεχείς οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές, η άνοδος της ακροδεξιάς βασίζεται στην ανασφάλεια και στο φόβο που προκαλούν οι αλλαγές. Αλλά τι κάνουν οι υπόλοιποι; Η παραδοσιακή δεξιά είναι υπέρμαχος της εξέλιξης αυτής. Και την ώρα που οι συνέπειες της ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης προκαλούν το αίσθημα (και ορισμένες φορές και την αντίδραση) μεγάλων τμημάτων των λαών, η αριστερά δεν τόλμησε να συγκρουστεί μαζί της, και να αντιπροτείνει θετικές διεξόδους και να προσφέρει ένα νέο όραμα.

Αντίθετα, πολλές φορές, με το σκεπτικό ότι πρέπει να αποφευχθεί η μετατόπιση των ψηφοφόρων προς τα δεξιά υιοθετεί συνθήματα και πρακτικές της άκρας δεξιάς (για να καλύψει τις φοβίες των πολιτών απέναντι στα προβλήματα). Όπως, για παράδειγμα, η πρώην υπουργός Εσωτερικών του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Δανίας, η οποία πρότεινε εντελώς σοβαρά να εκτοπίζονται σε ακατοίκητα νησιά οι μετανάστες που διαπράττουν αδικήματα. Μήπως οι πολίτες της Ελλάδας μπορούν να αντιπαραβάλουν τη «σοσιαλιστική» αυτή προοπτική με το, πρόσφατο, δικό μας παρελθόν;

Σ’ αυτό το πολιτικό πλαίσιο η κυβερνητική αριστερά συμβάλλει τα μέγιστα στην ηθική και πολιτική νομιμοποίηση της ακροδεξιάς, και της επιτρέπει τη διείσδυση σε ακροατήρια απογοητευμένα από την ανικανότητα των κατεστημένων κομμάτων να προσφέρουν δομικές λύσεις στα προβλήματα.

Η αναγέννηση της αριστεράς, στο σημείο που έχει φτάσει, μπορεί να προέλθει μόνο μέσα από τις στάχτες του παρελθόντος, σαν το Φοίνικα, κι όχι μέσα από άθλιες μεταλλάξεις της υφιστάμενης κατάστασης. Για να αναδομηθεί το αριστερό κίνημα πρέπει να υποστεί ισχυρά σοκ. Το πρώτο το δέχτηκε με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Όσο αυτός ήταν κραταιός όλοι οι αναλυτές στη Δύση πίστευαν ότι η πλειοψηφία του κόσμου αδιαφορούσε πια για τα ιδανικά της αριστεράς (εκτός από μια πολύ μικρή μειοψηφία, η οποία είχε προσδεθεί στο άρμα της ΕΣΣΔ). Μετά την κατάρρευσή της όμως, κι ενώ όλοι πίστευαν ότι η καπιταλιστική λαίλαπα θα παρασύρει τα πάντα χωρίς την παραμικρή αντίσταση, άρχισαν να εμφανίζονται αντικαπιταλιστικά κινήματα, τα οποία ολοένα ενδυναμώνονται και αποκτούν την εμπιστοσύνη των λαών (και θα συνεχίσουν να μαζικοποιούνται για όσον καιρό είναι ακηδεμόνευτα και εμπνέουν νέα οράματα. Διαφορετικά θα καταλήξουν σαν τους προκατόχους τους).

Πέρα, όμως, από τα κινήματα είναι επιτακτική ανάγκη να δοθεί σύντομα απάντηση στο ερώτημα πως μπορεί να οικοδομηθεί ένα νέο πολιτικό σύστημα και να εμπεδωθούν δημοκρατικές διαδικασίες, τώρα που οι παραδοσιακοί θεσμοί διαβρώνονται.

Αν δεν εμπλουτιστούν οι δημοκρατικοί θεσμοί, ο φόβος που ίσως έμπνευσε ο Λεπέν θα φαντάζει ασήμαντος, μπροστά στις μελλοντικές καταστάσεις. Γιατί ναι μεν ο Λεπέν δεν «χωράει» στο σημερινό πολιτικό σύστημα (ούτε και στο αυριανό), αλλά πολιτικοί του στυλ του Μπερλουσκόνι προωθούνται από αυτό. Ο δημαγωγός Λεπέν (που μιλάει στο όνομα των απόκληρων) εξωθείται, αλλά η δημοκρατική εκδοχή του φασισμού ενισχύεται. Και μπορεί η ανατροπή του πολιτικού συστήματος να μην είναι αντικείμενο μετωπικής επίθεσης (όπως στη δεκαετία του ’30), αλλά σίγουρα θα οδηγήσει σε κατάργηση στοιχειωδών δικαιωμάτων και αυταρχικότερες εξουσίες.

Επειδή η συνεχής αντιπαράθεση ανάμεσα στους πολίτες και τον κοινοβουλευτισμό (ο οποίος δεν προσφέρει πια εναλλακτικές) έχει κουράσει, το επόμενο βήμα είναι η μεταρρύθμισή του (ή ακόμα και η κατάργησή του). Το θέμα είναι αν οι κοινωνίες είναι αρκετά ώριμες για να απαιτήσουν περισσότερη δημοκρατία. Γιατί το σίγουρο είναι ότι οι φορείς της οικονομικής εξουσίας καραδοκούν. Όταν θα βαρεθούν να στέλνουν τους αχυράνθρωπούς τους σε μυστικές ή ημι-παράνομες συναντήσεις, υπό το καθεστώς σχεδόν ομηρίας (όπως όλες οι πρόσφατες σύνοδοι της Ευρώπης, των G8 κλπ) θα αναλάβουν απευθείας. Και τότε τα κοινοβούλια μπορούν να κατακτηθούν από τους πραγματικούς ηγέτες της οικονομικής ζωής, στέλνοντας την κοινωνία σε ένα νέο μεσαίωνα.

Αυτά είναι τα διλήμματα που πρέπει να απατηθούν. Είμαστε ώριμοι να διεκδικήσουμε περισσότερη δημοκρατία; Μια δημοκρατική προοπτική, η οποία δεν απειλείται από γραφικούς δημαγωγούς, αλλά από τα οικονομικά συμφέροντα και τους αχυράνθρωπούς τους. Η άνοδος της ακροδεξιάς τόνισε την εγγενή αποσύνθεση του συστήματος της αντιπροσώπευσης. Η κρίση αυτή οφείλει να οδηγήσει την πολιτική σε μια ισχυρότερη επανασύνδεση με τον κόσμο των ιδεών, που μπορεί να προσφέρει στην κοινωνία δεσμούς ισχυρούς και ανθεκτικούς στο χρόνο.

Γιατί ο φασισμός δεν μπορεί να εξοβελιστεί με αφορισμούς ή με ιδεολογική τρομοκρατία, αν δεν αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές αιτίες ανάπτυξης και συντήρησής του.

Απαντήστε σ\`αυτό το άρθρο

SPIP | squelette | | Πλάνο του site | Suivre la vie du site RSS 2.0