intersiderale - διαστρική
Διαστρική > στα ελληνικά > μπλαμπλα > Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ (...)

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ Η ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΟΥΤΣΚΥ

σάββατο 7 Ιανουάριος 2012, Απο bosaila

Στις μέρες μας, και καθώς η δομική κρίση του καπιταλισμού βαθαίνει και οξύνεται, εκδηλώνεται, ταυτόχρονα, και μια ‘κρίση της δημοκρατίας’, ή τουλάχιστον σαν τέτοια φαίνεται να εξελίσσεται. Η παρούσα κρίση δεν παραμένει στα στενά πλαίσια της οικονομίας, αλλά περιλαμβάνει κι άλλα στοιχεία του ‘εποικοδομήματος’.

Παρόλο που το πρόβλημα τίθεται σαν οικονομικό, στην πραγματικότητα είναι πρόβλημα φιλοσοφικό, κοινωνικό, πρόβλημα δημοκρατίας και, εν τέλει, θεσμικό (αφού απειλεί εκβιαστικά πολλές πτυχές της καθημερινότητας του πολίτη).

Εξάλλου, σύμφωνα με τον Τρότσκυ, « Είναι ήδη δυνατόν να διατυπώσει εκ των προτέρων κανείς ότι οι εποχές ενεργητικής ανάπτυξης του καπιταλισμού πρέπει να έχουν χαρακτηριστικά -στην πολιτική, στο δίκαιο, στη φιλοσοφία, στην ποίηση- πολύ διαφορετικά από τις εποχές οικονομικής στασιμότητας ή παρακμής.»

Οι λύσεις που προτείνονται για το ‘πρόβλημα της οικονομίας’ (καθώς οι ‘υπεύθυνοι’ αρνούνται να το δουν σε όλο του το εύρος) περιλαμβάνουν σχέδια στοχευμένα στο δημοσιοοικονομικό έλλειμμα, με δράσεις αναγκαστικού χαρακτήρα, οι οποίες δεν απαιτούν ούτε την ελάχιστη δημοκρατική νομιμοποίηση, καθώς θεωρούνται ‘μονόδρομος’.

Δεν είναι η πρώτη φορά που δημοκρατικά κεκτημένα θυσιάζονται στο βωμό άλλων αναγκών, αλλά αυτό που ξενίζει είναι όταν γίνεται αυτό στην Ευρώπη, όπου αυτός ο διάλογος φαινόταν να ανήκει στο παρελθόν.

Η κρίση αυτή δείχνει ότι αν υιοθετηθούν οι λύσεις που προτείνονται οδηγούμαστε ολοταχώς προς ένα νέο μεσαίωνα, στην κυριολεξία, και όχι σαν λογοπαίγνιο. Καμιά δημοκρατική και κοινωνικά βιώσιμη λύση δεν είναι ρεαλιστική, εντός των σημερινών πλαισίων.

Στην πραγματικότητα γίνεται προσπάθεια να μετασχηματιστεί ολόκληρο το ‘εποικοδόμημα’ του καπιταλιστικού συστήματος.

Στις καπιταλιστικές κοινωνίες η συναίνεση αποτελεί δομικό συστατικό της λειτουργίας τους, από την αρχή της δημιουργίας των εθνικών κρατών (με τα, διαφόρων τύπων, «κοινωνικά συμβόλαια»), σε αντίθεση με τους προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς, στους οποίους η συναίνεση δεν ήταν απαραίτητη.

Σήμερα, που τόσο η δημοκρατία όσο και ο καπιταλισμός θεωρούνται δεδομένοι και αδιαχώριστοι παράγοντες του συστήματος, οι «αγορές» υπονομεύουν ολοένα και περισσότερο τη λειτουργία των, όποιων, κατοχυρωμένων δημοκρατικών θεσμών.

Κάτω, όμως, από τις νέες, υπό διαμόρφωση, συνθήκες αποτελεί πλέον κοινό τόπο ότι τα κοινοβούλια χάνουν σταδιακά και τα τελευταία ίχνη σχετικής αυτονομίας τους έναντι των καπιταλιστικών οικονομικών μηχανισμών και πληθαίνουν οι ενδείξεις για συνεχή υποχώρηση της σχετικής αυτονομίας της πολιτικής και των αντίστοιχων εκπροσώπων της έναντι της οικονομίας.

Σήμερα, οι εκλεγμένοι εξουσιαστές δεν τηρούν ούτε τους κανόνες που οι ίδιοι έχουν θεσπίσει (συνταγματικότητα αποφάσεων, εκλογική νομιμοποίηση κλπ), κάνοντας ολοένα και περισσότερες παραχωρήσεις στις «αγορές». Η οικονομική κρίση έχει φέρει την οικονομία των «αγορών» σε απόλυτη πρωτοκαθεδρία, σε σημείο να απειλεί ταυτόχρονα τον καπιταλισμό, με την παραδοσιακή μορφή του και το εποικοδόμημά του, της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Το κατά πόσο η οικονομική κρίση μπορεί να οξύνει την κατάσταση και να προκαλέσει κοινωνικές και πολιτικές ανατροπές είναι ακόμα άδηλο. Σε έναν κόσμο όπου το βασικό καθήκον των εθνικών κρατών είναι η προστασία των πολιτών τους, αν αυτό δεν μπορεί να λειτουργεί ικανοποιητικά ταυτόχρονα ακυρώνεται και ο λόγος ύπαρξης των εθνικών κρατών.

Παρόλο που, στη σημερινή συγκυρία, ο κόσμος απ’ ότι φαίνεται δεν είναι ώριμος ή δεν θέλει τη μετάβαση σε σοσιαλιστικού τύπου λύσεις, είναι σίγουρο ότι απαιτεί περισσότερη δημοκρατία, και ενός άλλου τύπου διαχείριση των κοινών. Η εποχή του κοινοβουλευτισμού τελειώνει.

Η αντίδραση του κόσμου είναι όχι τόσο απέναντι στον καπιταλισμό αυτό καθαυτό, αλλά απέναντι στο νέο υπό εγκαθίδρυση οικονομικό καθεστώς το οποίο επιβάλλει γενικευμένη επισφάλεια. Σ’ αυτό το στάδιο καπιταλισμός και δημοκρατία είναι ασυμβίβαστα, και όσο η επισφάλεια εντείνεται τόσο θα μεγαλώνει και η αντίδραση.

Όλη αυτή η διαδικασία βρίσκεται ακόμα στα σπάργανα, καθώς πλήττει σταδιακά και ένα-ένα τα εθνικά κράτη, προσδίδοντάς τους ‘εθνικά’ χαρακτηριστικά, καθαρά οικονομικού τύπου, για να μην είναι ορατά τόσο τα δομικά χαρακτηριστικά της οικονομικής κρίσης, όσο και τα γενικότερα συστημικά χαρακτηριστικά της κρίσης του ‘εποικοδομήματος’.

Όσο όμως κι αν γίνεται προσπάθεια να δημιουργηθεί η εντύπωση μεμονωμένων και ασύνδετων περιπτώσεων, σιγά-σιγά γίνεται κατανοητό σ’ όλους τους ευρωπαίους ότι έρχεται η σειρά τους. Η Ελλάδα ήταν απλά μια πρόβα στον πιο αδύναμο κρίκο. Ήδη το επιτυχημένο σχέδιο πέρασε στην Ιταλία, κι από εκεί θα εξαπλωθεί παντού. Ούτε και η Γερμανία θα γλυτώσει στο τέλος. Κι αυτό γιατί ο σχεδιασμός είναι πολύ μεγαλύτερος και από την Κοινότητα (εντός και εκτός ευρώ) και από την Ευρώπη. Είναι η παγκοσμιοποίηση «με το ζόρι».

Μέσα σ’ αυτήν την λαίλαπα, οι προτεινόμενες προτάσεις επίλυσης είναι επίσης αποσπασματικές και κοντόφθαλμες. Ανακαλύπτονται λύσεις οπισθοδρόμησης, στις οποίες συγκλίνουν (με διαφορετική λογική) από νεοφιλελεύθεροι έως αριστεροί: λύσεις οι οποίες προϋποθέτουν το να κλειστεί καθένας στο καβούκι του και να λύσει μόνος του το πρόβλημά του (με δικό του νόμισμα και πολιτική).

Φαντάζει ουτοπικό το να πιστεύει κάποια χώρα ότι μπορεί να αντισταθεί μόνη της, με τους δεδομένους κανόνες που ισχύουν σήμερα: ακόμα κι αν η χώρα αυτή είναι της τάξης των ΗΠΑ ή της Γερμανίας (και χωρίς τα «βαρίδια» της Ελλάδας, της Ιρλανδίας κλπ).

Στην πραγματικότητα το πρόβλημα είναι οι κανόνες του «παιχνιδιού».

Οι ιδεοληψίες του πολιτικού κατεστημένου οδηγούν σε διάχυση της οικονομικής κρίσης και σκοπιμότητες άγνωστης αποτελεσματικότητας (δημοσιονομική λιτότητα, ύφεση, σενάρια για τύπωμα ή όχι χρήματος), οι οποίες μας οδηγούν αναγκαστικά σε μια ιστορική αναδρομή.

Η κατεύθυνση των επερχόμενων αλλαγών δεν είναι σαφής, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί η πορεία προς τις μορφές που ακολούθησαν την κρίση του 1929: η επανεμφάνιση του εθνικισμού και του προστατευτισμού είναι υπαρκτά σενάρια, σε μια εποχή αυξανόμενης παρακμής. Η συνεχιζόμενη κρίση μπορεί να οδηγήσει στην επάνοδο στα εθνικά σύνορα και, ταυτόχρονα, στην τάση των ισχυρών κρατών να ενισχύσουν τον ιμπεριαλιστικό τους ρόλο.

Στη διαπίστωση του Μαρξ ότι η βάση του συστήματος είναι οικονομική και οι θεσμοί το εποικοδόμημα μπορούμε να αντιπαραβάλουμε την άποψη του Κάουτσκυ για τον τρόπο λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος.

Σύμφωνα με τον Κάουτσκυ, μετά την πρωταρχική συσσώρευση και το ελεύθερο εμπόριο, ο ιμπεριαλισμός προσέφερε τη μοναδική διέξοδο του καπιταλισμού ώστε να επεκταθεί η ανταλλαγή εσωτερικά του συστήματος. Σ’ αυτό το στάδιο, όμως, η συνέχιση του καπιταλισμού προϋποθέτει τη συνένωση των καπιταλιστών. Η πολιτική του συνεχιζόμενου ιμπεριαλισμού οδηγεί στην κατάρρευση και τη χρεωκοπία του συστήματος, αν δεν κατευθυνθεί προς άλλου τύπου οργάνωση της καπιταλιστικής παραγωγής: την προσπάθεια των μεγάλων καπιταλιστικών κρατών να επεκταθούν σαν αποικιακές αυτοκρατορίες, έτσι ώστε να διατηρηθεί και η επέκταση του καπιταλισμού.

Εφαρμόζοντας στον ιμπεριαλισμό τα χαρακτηριστικά λειτουργίας του καπιταλισμού που ο Μαρξ είχε διακρίνει (για το μονοπώλιο και τον ανταγωνισμό), μέσω του ξέφρενου ανταγωνισμού των μονοπωλίων και της καρτελοποίησης μπορούμε να περάσουμε στο επόμενο στάδιο του ιμπεριαλισμού: στο στάδιο του ούλτρα ιμπεριαλισμού, όπου από την καθαρά οικονομική σκοπιά περνάμε στην «καρτελοποίηση» των πολιτικών των κρατών.

Ο Λένιν δεν μπόρεσε να συλλάβει τη (θεωρητική εκείνη την εποχή) δυνατότητα του χρηματιστικού κεφαλαίου να λειτουργήσει πέρα και πάνω από το μονοπώλιο της πραγματικής οικονομίας, σαν καθαρά παρασιτικό κεφάλαιο (πέρα από τον ιμπεριαλισμό δηλαδή).

Αυτό βιώνουμε σήμερα με τις διαδικασίες στην ευρωπαϊκή κοινότητα. Από το καθαρά οικονομικό επίπεδο (και λόγω της κατάρρευσής του) περνάμε στο πολιτικό-θεσμικό επίπεδο, επιβάλλεται η δημιουργία αποικιακών σχέσεων μεταξύ των κρατών, με στόχο την ανάσχεση της κατάρρευσης και την εγκαθίδρυση του νέου αυτού σταδίου.

Σ’ αυτό το στάδιο το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο τείνει να γίνει ανεξέλεγκτο, και οι πολιτικές και οικονομικές συνέπειες που συνεπάγεται είναι αναπόφευκτες.

Η εδραίωση του καπιταλισμού και η ανάπτυξή του ως το ιμπεριαλιστικό στάδιο έγινε μέσα από τα εθνικά κράτη, αλλά η μετεξέλιξή του απαιτεί και τη διάλυση των εθνικών κρατών, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης. Ο ιστορικός ρόλος των εθνικών κρατών έχει τελειώσει, είτε επικρατήσει η παγκοσμιοποίηση είτε όχι.

Εκτός από το Λένιν (ο οποίος θεωρούσε τον ιμπεριαλισμό σαν το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού) και τον Κάουτσκυ (ο οποίος είχε προβλέψει τη δυνατότητα μετεξέλιξής του), ο Τρότσκυ είχε δει ότι ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από την περιοδική επανάλειψη κύκλων –οι οποίοι χαρακτηρίζονται από στάδια κρίσης και άνθισης μέσα σε κάθε δεδομένο κύκλο.

Η κρίση, που αρχικά είχε χαρακτηριστικά μιας τυπικής κυκλικής κρίσης ύφεσης-ανάκαμψης τύπου Kondratiev, σήμερα αντιμετωπίζεται σαν μια βαθιά συστημική κρίση και στο άμεσο μέλλον ίσως θα εξελιχθεί σε μια αντιπαράθεση μέχρις εσχάτων αντίθετων κοσμοθεωριών.

Από τη μια μεριά οι «αγορές», το χρηματιστικό κεφάλαιο, απαλλαγμένο από την πραγματική οικονομία (την οποία ελέγχει, έχοντας εκτοπίσει τους ιδιοκτήτες-καπιταλιστές και τους όποιους ηθικούς φραγμούς τους), και από την άλλη οι μάζες (ανοργάνωτες και παραπαίουσες ακόμα). Οι μάζες θα πρέπει να μπορέσουν να αυτοοργανωθούν για να συγκροτήσουν πολιτικό υποκείμενο απέναντι σ’ αυτή τη λαίλαπα, χωρίς αυταπάτες. Λύσεις κεϋνσιανού μοντέλου δεν χωράνε σ’ ένα διαρρηγμένο καπιταλιστικό πλαίσιο. Σ’ αυτά τα θέματα η συμβολή της μεσαίας τάξης είναι κομβική. Όσο πιο γρήγορα η μεσαία τάξη αντιληφθεί τη θέση της τόσο το καλύτερο. Η καθυστέρηση επιτείνει τη σύγχυση, καθώς το αδιαμόρφωτο πλαίσιο αντίδρασης λειτουργεί παραμορφωτικά στην ήδη θολή εικόνα του μέλλοντος.

Η δημοκρατία (ακόμα και η κοινοβουλευτική) έχει ακυρωθεί στο όνομα της λιτότητας και της εξυπηρέτησης του χρέους. Από την αρχή της κρίσης δεν έχει γίνει πουθενά ανοιχτή, δημοκρατική συζήτηση για την αντιμετώπιση της κρίσης αυτής (έστω και ενημέρωσης των πολιτών με το πρόσχημα της δημοκρατικής νομιμοποίησης των αποφάσεων που λαμβάνονται). Οι αποφάσεις (των «δημοκρατικά εκλεγμένων» κυβερνήσεων) παίρνονται στα κρυφά και ανακοινώνονται δικτατορικά (με τον ίδιο τρόπο λειτουργίας των λεσχών τύπου G8 ή G20). Μ’ αυτή τη συμπεριφορά απομακρύνονται όλο και περισσότεροι πολίτες από την υποστήριξη των θεσμών της αντιπροσώπευσης και οργανώνονται σε νέα μορφώματα περισσότερο αμεσοδημοκρατικά, τα οποία δημιουργούνται σιγά-σιγά.

Ήδη τα τελευταία απολειφάδια του κοινοβουλευτισμού λειτουργούν σαν οι πρώτοι διορισμένοι έπαρχοι της παγκοσμιοποίησης. Το ζήτημα που τίθεται είναι πώς σε συνθήκες μείωσης της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας μπορείς να οργανώσεις μια διαδικασία δυναμικού εμπλουτισμού των χαρακτηριστικών της άμεσης δημοκρατίας ώστε να απαντήσεις στη συγκυρία. Αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει είναι το ότι οι καπιταλιστές αδυνατούν να μην ενδώσουν στο βραχυπρόθεσμο όφελος, ακόμα κι όταν είναι σε βάρος του μακροπρόθεσμου στόχου, λειτουργώντας αυτοκαταστροφικά. Οι εσωτερικές αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος είναι προς όφελος των αρνητών του.

Το βασικό όπλο μπορεί να είναι το γεγονός ότι ο πόλεμος αυτός είναι εικονικός: το κεφάλαιο αυτοαναπαράγεται ανεξέλεγκτα σχεδόν, χωρίς τη μεσολάβηση της πραγματικής οικονομίας. Το πλασματικό αυτό κεφάλαιο στην πραγματικότητα δε υπάρχει, ούτε καν σαν τυπωμένο χαρτί. Η τεράστια συσσώρευση χρηματιστικού κεφαλαίου είναι στη σφαίρα της φαντασίας, και έτσι πρέπει να αντιμετωπιστεί: όσο φανταστική είναι η ύπαρξή του τόσο φανταστικό είναι και το χρέος του, γιατί δεν γίνεται να χρωστάς κάτι το οποίο δεν υπάρχει.

Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς, κατ’ αρχήν με τον εαυτό μας: όλοι μας είμαστε κατά βάθος ρεφορμιστές. Ελπίζουμε στην ειρηνική μετεξέλιξη του καπιταλισμού και τη μετάβαση προς κάποιο άλλο στάδιο.

Στο μέλλον θα κληθούμε να «επιλέξουμε» ανάμεσα σε τρία εναλλακτικά σενάρια: της οπισθοδρόμησης και του εθνικισμού (το οποίο θα οδηγήσει, με μαθηματική ακρίβεια, στον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο), της επικράτησης του ούλτρα ιμπεριαλισμού (το οποίο θα οδηγήσει τον καπιταλισμό σε νέα, μεσαιωνικού τύπου, μονοπάτια), ή της «κοινωνικοποίησης» του, υπό διαμόρφωση, αυτού νέου σταδίου. Το τρίτο σενάριο είναι, σαφώς, το πιο δύσκολο να επιτευχτεί (καθώς προϋποθέτει την απαγκίστρωση τόσο από τα εθνικά κράτη όσο και από τις «αγορές»), αλλά είναι το μόνο αισιόδοξο και ταυτόχρονα «ειρηνικό», για τη μετάβαση πέρα απ’ τον καπιταλισμό. Από δω και πέρα όλοι μας πρέπει να συνεισφέρουμε στο πως μπορεί να δημιουργηθεί το πλαίσιο για τη μετεξέλιξη αυτή. Αυτό όμως προϋποθέτει επιθετικές κινήσεις κι όχι άμυνα για την υπεράσπιση των κεκτημένων. Μετά από δεκαετίες άνθησης του καπιταλισμού, οι αριστεροί έχουν εξελιχθεί σε συντηρητικούς: συντηρητικός είναι αυτός που υπερασπίζεται την υπάρχουσα κατάσταση, ενώ ριζοσπάστης αυτός που διεκδικεί νέες κοινωνικές και οικονομικές δομές. Συνεπώς, σήμερα, οι «συντηρητικοί» αριστεροί προσπαθούν να περιφρουρήσουν τα κεκτημένα τους (εργασιακά, ασφαλιστικά, δημοκρατικά κλπ), ενώ το κεφάλαιο συμπεριφέρεται ριζοσπαστικά αξιώνοντας μια διαφορετική οργάνωση της κοινωνίας. Οι αριστεροί οφείλουν να ξαναβρούν το χαμένο τους ριζοσπαστισμό και να ξαναβγούν επιθετικά στο προσκήνιο. Να διεκδικήσουν την ουτοπία. Ας μην ξεχνάμε ότι και αυτά που σήμερα θεωρούμε σαν δεδομένα κάποτε, όταν τα απαιτούσαν φάνταζαν σαν ουτοπία (8ωρο, ψήφο για το σύνολο του πληθυσμού και τις γυναίκες κλπ). Η λέξη-κλειδί, όμως, είναι αυτή: απαιτούσαν, δεν επαιτούσαν. Η αντιπαράθεση δεν μπορεί να γίνει με όρους ζητιανιάς, όπως σήμερα, γιατί έτσι το παιχνίδι είναι χαμένο.

***

Karl Kautsky, Ultra-imperialism

Vladimir Ilyich Lenin, Imperialism, the Highest Stage of Capitalism

Λεόν Τρότσκι, H καμπύλη της καπιταλιστικής ανάπτυξης

Νικολάι Κοντράτιεφ, Οι μεγάλοι κύκλοι της οικονομικής συγκυρίας

2 Μηνύματα σχετίκα με το φόρουμ

Απαντήστε σ\`αυτό το άρθρο

SPIP | squelette | | Πλάνο του site | Suivre la vie du site RSS 2.0